Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Καλυψώ



Τον λόγο τότε πήρε η Καλυψώ,
Αρχοντικη Θεά, και είπε:
Πολύτροπε Οδυσσέα
Τόσο πολύ πεθύμησες το σπίτι σου;
Τώρα αμέσως θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα;
Πήγαινε στο καλό λοιπόν, 
Κι όμως αν ήξερες ποια πάθη τρέφει η μοίρα σου να κακοπάθεις
Προτού πατήσεις χώμα πατρικό
Εδώ μαζί μου θαμενες.
Φύλακας, νοικοκύρης της σπηλιάς
Θάσουν κι αθάνατος
Μόνο που σε φλογίζει ο πόθος της γυναίκας σου.




Σαν ένας παίκτης που μοιράζει τα χαρτιά
σ’ ένα καρέ χωρίς καθόλου να χει ρέντα
εσύ με ρέστα ένα πάσο μου ζητάς
κι εγώ ποντάρω τη ζωή μου για μια κέντα.

Μη με κρατάς στη αγκαλιά σου με τα μάγια
άσε με ελεύθερο να φύγω κι ας χαθώ.
Εμένα η μοίρα μου όταν έριχνε τα ζάρια 
είχε μαλώσει το πρωί με το θεό.

Μη μου ζητάς λοιπόν να μείνω να σωθώ
μην προσπαθείς με κόλπα εδώ να με κρατήσεις
εγώ στους δρόμους έχω μάθει να γυρνώ
κι εσύ γυρεύεις ένα ώμο να ακουμπήσεις.

Σαν το θηρίο που είναι μέσα στο κλουβί
και σε κοιτάζει με δυο μάτια λυπημένα
εσύ νομίζεις πως του σώζεις τη ζωή
κι αυτό το λειώνει το μαράζι κάθε μέρα.



Τι του απαντά η Καλυψώ;
Τι θα έγραφε στο ημερολόγιό της;
Τι έλεγε βλέποντας τον Οδυσσέα να φεύγει με τη σχεδία;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου